I got a new piece of “parent fiction” featuring the Gummi Bears! It is written by someone under the pseudonym of “Klarissimus” and in modern Greek. As I only learnt ancient/Koine Greek, it was difficult for me to understand it completely, but thanks to the help of Panagiotis Apostolatos, a full translation can be found below. Enjoy! ^_^

Η απαγωγή της πριγκίπισσας 

Στα χρόνια τα παλιά στην Ουρσαλία, μία ανοιξιάτικη ημέρα η πριγκίπισσα Λιόχαρη ξύπνησε λίγο ανήσυχη. Ίσως από κακό όνειρο ίσως από την χθεσινή συζήτηση και τις διηγήσεις του παρελθόντος με τον Κατσούφη για τα αρχαία χρόνια και για τους εχθρούς τους, μετά τον ύπνο ένιωθε κάπως περίεργα. Θυμόταν πως στο όνειρό της είχε δει έναν μάγο με μπλε καπέλο γεμάτο με αστέρια να της λέει να αποφύγει το 3 και το 7. Τι να σημαίνει άραγε αυτό σκέφτηκε;

Ήταν από εκείνες τις ημέρες που να μείνεις στο κρεβάτι και να χουζουρέψεις είναι κακός σύμβουλος. Πετάχτηκε, ντύθηκε και έτρεξε στην αυλή. Το παλάτι είχε ξυπνήσει για τα καλά και όλοι έτρεχαν βιαστικά στις δουλειές τους. Στο αγωνιστικό στάδιο είδε τους ιππότες με τα άλογά τους, ντυμένους με τους πανοπλίες τους. Ήταν λες και πηγαίνανε σε πόλεμο αλλά μάλλον κάνανε γυμνάσια και προπόνηση με τα τόξα.

«Να τι πρέπει να μάθω!», αναφώνησε μέσα της η Λιόχαρη. Τοξοβολία. Από μικρή το ήθελα και μου άρεσε. Χώθηκε στην αρένα, άρπαξε το πρώτο τόξο που βρήκε μπροστά της. Είχε χαραγμένο στην λαβή του τον αριθμό 7. «Περίεργο», σκέφτηκε αλλά δεν έδωσε άλλη σημασία. Πήρε και ένα βέλος, το τράβηξε προς τα πίσω και…Το βέλος διέγραψε μία ακτίνα δύο μέτρων και έπεσε μπροστά στα πόδια της. Οι υπόλοιποι ιππότες έβαλαν τα γέλια. Μόνο ο Κατσούφης ήρθε να την βοηθήσει.

Της έδειξε πως πρέπει να στηρίζει το σώμα της, το τόξο, πώς να τοποθετεί το βέλος και μετά από 100-200 αποτυχημένες απόπειρες και εκεί που ήταν έτοιμη να ρίξει την πρώτη της βολή…τσουπ! Εξαφανίστηκε από την αρένα. Πήρε στους ιππότες δύο δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσουν τι ακριβώς έγινε. Κοίταξαν πρώτα δεξιά, μετά αριστερά. Τίποτα. Μετά τους έκοψε να κοιτάξουν προς τα πάνω. Ο ήλιος είχε σκοτεινιάσει για ένα δευτερόλεπτο και αυτό ήταν γιατί τον είχε κρύψει ο μεγάλος δράκος Όρσι. Στα νύχια του κρεμόταν η Λιόχαρη ενώ καβάλα στο δράκο μία κατάμαυρη φιγούρα γελούσε ειρωνικά.

«Παιδιά, στα άλογα! Ακολουθήστε τον δράκο από το έδαφος. Και σας φτάνω και εγώ!», διέταξε ο Κατσούφης. Οι ιππότες καβάλησαν τα άλογά τους και έχοντας ως σημάδι τον δράκο στον ουρανό τον πήραν καταπόδι. Ο Κατσούφης στάθηκε στο μέσο της αρένας, έβγαλε από το πουγκί του μία χρυσή σφυρίχτρα και φύσηξε τρεις φορές απαλά. Ο ήχος μόλις που ακούστηκε στο ανθρώπινο αυτί. Τα σκυλιά και τα γατιά όμως του παλατιού το βάλαν στα πόδια και λένε πως ξαναγύρισαν πίσω μετά από 2 εβδομάδες.

Μετά από ένα λεπτό, ο ήλιος ξανακρύφτηκε. Ένας ξαφνικός αέρας φύσηξε στην αυλή σηκώνοντας τις άμαξες, τα χαρτιά στον αέρα. Ήταν ο δράκος του Κατσούφη, ο Μτριτς, που στην αρχαία γλώσσα σημαίνει εφτά, μαγικό νούμερο. Προσγειώθηκε στην μέση της αρένας σπάζοντας με την ουρά του όλα τα παράθυρα των διπλανών σπιτιών. Ο Κατσούφης σκαρφάλωσε στο κεφάλι του δράκου και πιάνοντάς τον από τα εξογκώματά του, τον ώθησε προς τον ουρανό και στο κυνήγι του Όρσι. 

Η Λιόχαρη φώναζε και ούρλιαζε. Έβλεπε από κάτω τους ιππότες ντυμένους με τις πανοπλίες τους και στα άλογά τους. «Ίσως έπρεπε να μείνω στο κρεβάτι σήμερα», σκέφτηκε. Τα νύχια του δράκου είχαν χωθεί στον χιτώνα της. Σκέφτηκε πως θα μπορούσε εύκολα να ξεφύγει αν έσκιζε το κομμάτι γύρω από το νύχι. Βέβαια, θα έπεφτε σε ελεύθερη πτώση. Αν ίσως κατέβαινε ο δράκος κοντά σε κάποιο δέντρο, ίσως το επιχειρούσε. Μην πάθει και τίποτα.

Και εκεί που σκεφτόταν όλα αυτά, συνέβη το χειρότερο. Ο χιτώνας της σκίστηκε και ξεφεύγοντας από τα νύχια του δράκου άρχισε την ελεύθερη πτώση φωνάζοντας.

«Πάει, αυτό ήταν. Σίγουρα έπρεπε να κάτσω στο κρεβάτι σήμερα.», σκέφτηκε. Η πτώση της διακόπηκε γρήγορα όμως πέφτοντας πάνω σε κάτι μαλακό και σκληρό συνάμα. Φοβόταν να ανοίξει τα μάτια της. Όταν με πολύ ζόρι τα άνοιξε, είδε μία γνώριμη φάτσα μπροστά της. Τον Κατσούφη. Είχε προσγειωθεί πάνω στον δράκο του και πετούσαν τώρα για πίσω στο παλάτι. «Τελικά, το εφτά ήταν αυτό που με έσωσε», είπε ανακουφισμένη.

Disney’s Gummy Bears

THE ABDUCTION OF THE PRINCESS

In the old days in Ursalia, one spring day Princess Liochari woke up a little worried. Maybe from a bad dream, maybe from yesterday’s conversation and the narratives of the past with Katsoufis about the ancient years and their enemies, she felt a bit strange after sleeping. She remembered that in her dream she had seen a magician in a blue hat full of stars telling her to avoid numbers 3 and 7. She thought “What does this mean?”

It was one of those days where staying in bed and snoring is a bad advisor. She jumped, got dressed and ran to the yard. The palace had woken up for good and everyone was hurrying to their works. In the stadium she saw the knights with their horses, dressed in their armor. It was as if they were going to war, but they were probably doing exercises and training with bows.

“Here’s what I need to know!” Liochari exclaimed inside her. Archery. “I wanted it since I was young and I liked it”. She jumped into the arena, grabbing the first bow she found in front of her. It had number 7 engraved on its handle. “Strange”, she thought, but did not pay any notice. She took an arrow, pulled it back and… The arrow crossed a radius of two meters and fell in front of her feet. The other knights laughed. Only Katsoufis came to help her.

He showed her how to support her body, the bow, how to place the arrow, and after 100-200 failed attempts and when she was ready to throw her first shot… chup! She disappeared from the arena. It took the knights two seconds to realize what exactly had happened. They looked first to the right, then to the left. Nothing. Then they thought to look back. The sun had darkened for a second and that was because the great dragon Orsi had hidden it. Liochari was hanging on his fingernails, while a black figure was laughing ironically riding the dragon.

“Guys, on horses! Follow the dragon from the ground. And I will reach you too!” Katsoufis ordered. The knights rode their horses and having the dragon as a sign in the sky followed him. Katsoufis stood in the middle of the arena, took a golden whistle from his pouch and blew three times gently. The sound was just heard in the human ear. But the dogs and cats of the palace went away and it is said that they came back after 2 weeks.

After a minute, the sun hid again. A sudden wind blew in the yard lifting the carriages, the papers in the air. It was Mritz, Katsoufi’s dragon, which in the ancient language means seven, a magic number. He landed in the middle of the arena, breaking with his tail all the windows of the neighboring houses. Katsoufis climbed on the dragon’s head and, grabbing him by its knobs, pushed him to the sky and to Orsy’s hunt.

Liochari was shouting and screaming. She saw below the knights dressed in their armor and on their horses. “Maybe I should have stayed in bed today”, she thought. The dragon’s claws were tucked into her tunic. She thought she could easily get away if he tore the piece around the nail. Of course, she would fall into free fall. If the dragon might have landed near a tree, she might have tried it. She didn’t want to hurt herself.

And while she was thinking about all this, the worst thing happened. Her tunic was torn and escaping from the dragon’s claws she started the free fall shouting.

“It’s over, that’s it. I definitely had to sit in bed today”, she thought. Her fall was quickly stopped, however, falling on something soft and hard at the same time. She was afraid to open her eyes. When she opened them with great force, she saw a familiar face in front of her. Katsoufis. She had landed on his dragon and they were now flying back to the palace. “Ultimately, seven was what saved me”, she said in relief.